Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Τα Βασιλικά Φλάμουλα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων (royal byzantine flags)

Τα Βασιλικά Φλάμουλα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων (royal byzantine flags)

Written By Ιωάννης Φιλίστωρ on 24 Απριλίου 2012 | 4/24/2012 10:00:00 π.μ.

από το πολύ καλό ιστολόγιοhttp://protostrator.blogspot.com


Τα βασιλικά φλάμουλα είναι οι σημαίες του αυτοκράτορα των Ρωμαίων. Δώδεκα στον αριθμό (έξι ζεύγη ανά δύο ομοίων) εμφανίζονταν στις επίσημες τελετές, ενώ κατά τις εκστρατείες λαμβάνονταν από το στράτευμα σε αριθμό ανάλογο με το μέγεθος του βασιλικού εκστρατευτικού σώματος (συνήθως ένα ή δύο κατά την ύστερη περίοδο[1]). Σε αυτές θα πρέπει να προστεθεί το Διβέλλιον, προσωπική σημαία του αυτοκράτορα. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα φλάμουλα ήταν μονό, προηγείτο των υπολοίπων και το έφερε ο σκουτέριος μαζί με το βασιλικό σκουτάριο (ασπίδα).[2]

Παλαιότερα, όπως μας πληροφορεί ο Κωδινός [3], πίσω από κάθε φλάμουλο παρατάσσονταν 500 άνδρες, καθώς οι "βασιλική σύνταξις" έφτανε τους 6.000 στρατιώτες σε αριθμό. Θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι η "βασιλική σύνταξις" του Κωδινού, δεν είναι άλλη από τα περίφημα "Τάγματα", τον επίλεκτο επαγγελματικό στρατό της Κωνσταντινούπολης.
Στα τέσσερα αρχικά Τάγματα (Σχολαί, Βίγλας, Εξκουβιτόρων, Νούμερων) προστέθηκαν αργότερα οι Ικανάτοι (810) [4] και οι Αθάνατοι (π.970), ενώ στη συνέχεια και άλλα σώματα. Ίσως λοιπόν, τα 6 διαφορετικά Βασιλικά Φλάμουλα να καθιερώθηκαν όταν τα Τάγματα ήταν 6 και η δύναμή τους 6.000 και κατά συνέπεια κάθε ένα άνηκε σε ξεχωριστό σώμα. Θα ήταν όμως παρακινδυνευμένο να επιχειρούσαμε οποιαδήποτε περαιτέρω ταύτιση συμβόλου-στρατιωτικής μονάδας.
(Πράγματι, ο John Haldon υπολογίζει τη δύναμη κάθε Τάγματος σε 1.000-1.500 άνδρες [5], ενώ ο Treadgold και άλλοι παλαιότερα ανέβαζαν αυτόν τον αριθμό σε 4.000 [6])

Τα σχέδια που ακολουθούν βασίζονται στην περιγραφή που μας παραθέτει ο Γεώργιος Κωδινός (Ψευδο-Κωδινός) στο έργο του "Τακτικόν περί των οφφικίων του Παλατίου Kωνσταντινουπόλεως και των οφφικίων της Μεγάλης Εκκλησίας" (De Officiis)
Το κείμενο γράφθηκε στα μέσα του 14ου αιώνα (μεταξύ 1347-1368) και μας δίνει μια λεπτομερή εικόνα της ρωμαϊκής αυλής κατά την ύστερη βυζαντινή περίοδο.


 Αρχιστράτηγος (1)
Οφείλει την ονομασία του στην "υπέρμαχο στρατηγό"


 Οκταπόδιον (2)
Απεικονίζει διάφορους ιεράρχες-ονομάζεται έτσι λόγω των 8 γλωσσών


 Σταυρός (3)
Άγιοι Προκόπιος, Δημήτριος, Θεόδωροι


 Αγίου Γεωργίου (4)
Απεικονίζεται ο άγιος έφιππος. Ο κόκκινος σταυρός του Αγίου Γεωργίου σε λευκό φόντο εμφανίζεται ως τμήμα της επίσημης Ρωμαϊκής σημαίας της "Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης"  στο "Βιβλίο της γνώσης όλων των Βασιλείων", (Καστίλλη,1350)

Δρακόντειο (5)
Ίσως αποτελούσε φλάμουλο των Εξκουβιτόρων, καθώς οι διοικητές των υπομονάδων τουςονομάζονταν δρακονάριοι σαν τους αρχαίους ρωμαίους σημαιοφόρους, αντί για κόμητες όπως στα άλλα Τάγματα


Στήλη (6)
αυτοκράτωρ έφιππος, στήλη του Αυγουσταίου με άγαλμα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού που φορά την "τούφα" (στέμμα από φτερά παγωνιού) στο κεφάλι, κρατά σφαίρα με σταυρό στο ένα χέρι, ενώ έχει το άλλο υψωμένο.

*
Το Διβέλλιον
Το διβέλλιον αποτελούσε προσωπικό φλάμουλο του αυτοκράτορα και πιθανότατα ετυμολογείται ως "διπλή σημαία" ( δύο+vellum (βήλλον) ). Με βάση την ετυμολογία του και τον κλασικό σταυρό με τα 4 πυρεκβόλα, σύμβολο του βασιλιά και κατ'επέκταση της αυτοκρατορίας, κατασκευάσθηκε η ανωτέρω εικόνα)

*


ΠΗΓΕΣ-αναφορές κειμένου:
[1] Ψευδο-Κωδινός, "περί των οφφικίων του Παλατίου Κωνσταντινουπόλεως και των οφικκίων της Μεγάλης Εκκλησίας" ,(De Officiis) , Immanuel Bekker, 1889, VI, p.48,82
[2] Ψευδο-Κωδινός, "περί των οφφικίων...", Immanuel Bekker, 1889, VI, p.48,76
[3] Ψευδο-Κωδινός,"περί των οφφικίων...", Immanuel Bekker, 1889, VI, p.48,79
[4] Βury, 1911, p.48
[5] Haldon, 1999, p. 103
[6] Treadgold, 1980, pp. 78, 273–277

Πηγές για τις απεικονίσεις:
Ψευδο-Κωδινός, "περί οφφικίων..",κεφ ΣΤ' 
1.ψηφιδωτό, Αγία Σοφία Κων/πολης 9ος αι.
2.,4.σύγχρονες αγιογραφίες Αγίου Γεωργίου,τριών Ιεραρχών,Αναλήψεως
3.τοιχογραφίες Νέρεζι,Πρωτάτο 14ος αι.
5.χειρόγραφο Εμ.Τζυκανδύλη 14ος αι.
6.σχέδιο Cornelius Gurlitt ,1912, βασισμένο σε σχέδιο Νυμφήριου, 1430

Οι εκστρατείες του Ιωάννη Τσιμισκή στην Μέση Ανατολή ( 969-976 μ. Χ.)

Οι εκστρατείες του Ιωάννη Τσιμισκή στην Μέση Ανατολή ( 969-976 μ. Χ.)

Written By Ιωάννης Φιλίστωρ on 30 Απριλίου 2012 | 4/30/2012 11:17:00 π.μ.


ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

  Η Βασιλεία του Νικηφόρου Φωκά (963-969) σήμανε την απαρχή των επιθετικών πολέμων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά των μουσουλμάνων ηγετών για την ανακατάληψη των εδαφών που χάθηκαν από τη μάχη του Ιερομύακα (Yarmouk) το 636 μ.Χ.  στα σημερινά σύνορα Ιορδανίας-
Ιωάννης Τσιμισκής
Συρίας.  Αυτή η μάχη αποτέλεσε την αρχή του τέλους της Ελληνορωμαϊκής διοίκησης στην ευρύτερη Μέση Ανατολή και ήταν αποτέλεσμα της ανικανότητας λόγω βαριάς αρρώστιας του Αυτοκράτορος Ηρακλείου να παραστεί στο πεδίο της μάχης. Ο Φωκάς ως ανώτατος διοικητής των ανατολικών στρατευμάτων ανακατέλαβε το 961 μ.Χ. με μια κολοσσιαία εκστρατεία τη Κρήτη από τους Σαρακηνούς και τα έτη 962-963 με μια αστραπιαία εισβολή κατέβαλε τις δυνάμεις των Αράβων στη Κιλικία και στη βόρεια Συρία. Μετά από πολιορκία άλωσε και συμπεριέλαβε μετά από πολλά χρόνια το Χαλέπι στα όρια της Αυτοκρατορίας.  Σε αυτή τη πολιορκία εμφανίζεται για πρώτη φορά το όνομα του ανηψιού του Φωκά και μετέπειτα Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή. Στις 15 Μαρτίου 963 ο Φωκάς αναγορεύεται Αυτοκράτορας έπειτα από τον ύποπτο αιφνίδιο θάνατο του Ρωμανού Β'.  Επαναλαμβάνει τους αγώνες του κατά των Αράβων και εξεστράτευσε εκ νέου με 40 χιλιάδες άντρες όπου κατάτρεξε όλη τη Μεσοποταμία και Μέση Ανατολή και τελικά εκπόρθησε την Αντιόχεια, ένα μεγάλο έπαθλο αντάξιο της βασιλείας του! Ταυτόχρονα ο στρατηγός του Νικήτας ανακατέλαβε τη Κύπρο. Επάξια ο Φωκάς έλαβε τον τίτλο "Ο Χλωμός Θάνατος των Σαρακηνών, Pallida Mors Saracenorum"

  Η βασιλεία του Φωκά έληξε άδοξα το 969 μ.Χ. με τον επίσης ξαφνικό και ύποπτο θάνατο του και την ανάδειξη του Ιωάννη Τσιμισκή στον Αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης.  Η πρώτη και κατεπείγουσα εκστρατεία του Τσιμισκή ήταν στη χερσόνησο του Αίμου κατά των Ρως και του μονάρχη τους Σβϋατισλάβου στη περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας και Ρουμανίας. Μετά τον θάνατο του Φωκά και την εκστρατεία των Ρως, οι Άραβες αναθάρρησαν με πρωτοστάτη τον Δζαφάρ Ιβν Φαλλάχ της Αιγύπτου, και με πανστρατιά εξεστράτευσαν από τη Δαμασκό (στη πλειοψηφία Άραβες από την Αίγυπτο υπό τον στρατηγό Φουτούχ) και πολιόρκησαν την Αντιόχεια επί πέντε μήνες αλλά οι εσωτερικές έριδες εντός του μουσουλμανικού κόσμου ανάγκασαν τον Φαλλάχ να ανακαλέσει τον στρατό του και έτσι "σώθηκε" η υπερπολύτιμη κτήση του Βυζαντίου στη βόρεια Συρία.
  Ο Τσιμισκής θορυβημένος από την εκστρατεία αυτή, μη μπορώντας όμως να ασχοληθεί ο ίδιος με τη Συρία λόγω του Ρωσικού κινδύνου από Βορρά, απέστειλε τον το γνωστό στρατηγό το θέματος της Μεσοποταμίας Νικόλαο να συνδράμει τις πόλεις που βρίσκοταν σε κίνδυνο.  Οι Ελληνικές στρατιές διέτρεξαν όλη τη νότια Αρμενία, τη Μ.Ανατολή και τη Μεσοποταμία μέχρι τα όρια της Βαγδάτης, βυθίζοντας στο χάος το χαλιφάτος των Αββασιδών. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του Άραβα χρονικογράφου Αβελφουδά: "Πάσα η παράλιος Συρία και αι χώραι του Ευφράτου ήσαν εκτεθειμέναι ανυπεράσπιστοι εις τα επιδρομάς των Ελλήνων, ουδενός πλέον υπάρχοντος προς απόκρουσιν αυτών, ουδενός πλέον προστατεύοντος την χώραν, ή ις ήτο γυμνής υπερασπιστών!".
  Το 973 μ.Χ. μια νέα εκστρατεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας κατά των μουσουλμάνων έλαβε χώρα υπό τον Αρμένιο στρατηγό Μλεχ.  Ο νέος αυτός στρατός εισέβαλλε στη Μεσοποταμία με σφοδρότητα καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμα του. Οι πόλεις Νίσιβης, Μαγιαφαρίκη, Έδεσσα, Μαλάτεια ερήμωσαν και ο ο βυζαντινός στρατός πολιορκούσε την Αμίδη.  Τότε συνασπίστηκαν όλοι οι Άραβες της περιοχής εναντίων του Μλεχ και τον κατενίκησαν μετά από μία "σκοτεινή" μάχη κάτω από τα τείχη της πόλης. Οι άραβες χρονικογράφοι γράφουν για μια θεομηνία που έπληξε το στρατόπεδο των Βυζαντινών, πηγές που ενώ γενικά θεωρούνται αξιόπιστες, το όλο γεγονός ξενίζει τον αναγνώστη.  Ο στρατός του Μλεχ αφανίστηκε, ενώ ο ίδιος ο στρατηγός με αρκετούς ανώτατους αξιωματικούς αιχμαλωτίστηκαν.  Ο εμίρης της Αμίδης Αβού Ταγλίπ, αισθανόμενος τον κίνδυνο των αντιποίνων του Τσιμισκή προσπάθησε να μεσολαβήσει υπέρ του Μλεχ αλλά δεν κατάφερε να τον σώσει.  Οι βυζαντινοί αξιωματικοί μεταφέρθηκαν στη Βαγδάτη όπου εκτελέστηκαν όλοι. Η ατυχής αυτή εκστρατεία καθώς και η σπαρακτική επιστολή του ίδιου το Μλεχ ήταν η αφορμή των δύο επικών εκστρατιών του Ιωάννη Τσιμισκή στη Μεσοποταμία, τη Συρία και τη Παλαιστίνη.
Η ΠΡΩΤΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

  Μετά την υποταγή και απόσυρση των Ρώσων από τη χερσόνησο του Αίμου, ο Αυτοκράτορας Τσιμισκής ξεκίνησε ακούραστος τις προετοιμασίες για την εκστρατεία στην Ασία.  Επικεφαλής του στρατού ξεκίνησε την άνοιξη του 974 μ.Χ. με προορισμό την Αρμενία, το μαλακό υπογάστριο όλων των πολέμων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας για τον έλεγχο της Μεσοποταμίας και της Μ.Ανατολής είτε με τους Πέρσες, είτε με τους Άραβες.  Η κατάσταση στην Αρμενία ήταν ιδιαίτερα ρευστή και ο Αρμένιος Αυτοκράτορας ήθελε να εξασφαλίσει τα νώτα του από τους ομοεθνείς του βασιλείς της Καυκάσιας χώρας.  Το μέγεθος του στρατού αλλά και η φήμη του ως πολεμιστή και άξιου στρατηγούτου εξασφάλισαν τη συμμαχία με τον βασιλιά Ασώδ της Αρμενίας.  Μετά την υπογραφή της συνθήκης, ο Τσιμισκής εισέβαλε στη Μεσοποταμία αρκετά ανατολικότερα από τις συνήθεις διαδρομές εισβολής εκατέρωθεν με προφανή σκοπό να εκμηδενίσει τη δύναμη του Χαλιφάτου της Βαγδάτης, που μαζί με τους Φατιμίδες της Αιγύπτου αποτελούσαν τις δύο μεγάλες δυνάμεις του μουσουλμανικού κόσμου.  Ο Αρμένιος ιστορικός του 12ου αιώνα Ματθαίος ο Εδέσσης έγραψε για τη σφοδρότητα της εισβολής :" Ο Τσιμισκής, ο και Κυρ Ιωάννης καλούμενος, επιχείρησε πόλεμον κατά των μουσουλμάνων και διεκρίθη δια περηφανών νικών, πανταχού κατά την διάβασιν αυτού τον θάνατον και τον όλεθρον κατασπείρων, άρδην δε και τριακοσίας πόλεις και φρούρια καταστρέψας αφίκετο μέχρι των συνόρων της Βαγδάτης".
  Πράγματι μετά τη πτώση της Αμίδης, η Βαγδάτη συγκλονιζόμενη από τις εσωτερικές έριδες δεν ηδύνατο να αντιπαρατεθεί του αυτοκρατορικού στρατού. Μια απλή προέλαση στη κοιλάδα του Τίγρη ποταμού θα ήταν ικανή να προκαλέσει τη φυγή των αρχόντων της Βαγδάτης και την κατάληψη της πόλης.  Τούτο όμως δε κατέστει δυνατόν καθώς ο Τσιμισκής ανέκοψε τη πορεία του στρατού και οπισθοχώρησε, γεγονός που προκαλεί ακόμη και σήμερα τον προβληματισμό σε όλους τους ιστορικούς. Ο Λέων ο διάκονος, ο  μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός που διηγείται την εκστρατεία αυτή ισχυρίζεται πως η έλλειψη τροφών καθώς και η ξηρασία ανάγκασαν τον Αυτοκράτορα να σταματήσει τη προέλαση του νοτιότερα.  Ο "Κυρ Ιωάννης" επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη τροπαιούχος.  Τα λάφυρα του ήταν πάνω από 300 μυριάδες χρυσά και αργυρά νομίσματα, πλήθος αιχμάλωτοι, πανάκριβα υφάσματα και όπλα.  Ο Τσιμισκής επέστρεψε από τη πρώτη του εκστρατεία αφήνοντας τη Μεσοποταμία κυριολεκτικά σε χάος!
  Οι Τούρκοι στρατηγοί υποστηριζόμενοι από τους σουνίτες συνεχώς στασίαζαν ενώ το ίδιο συνέβαινε και με τους σιίτες που λάμβαναν στήριξη από τους Πέρσες.  Οι Φατιμίδες της Αιγύπτου κατείχαν όλη τη νότια Συρία.  Ο εμφύλιος σουνιτών-σιϊτών έληξε με νίκη των δεύτερων ύστερα από υποστήριξη της Περσίας και θάνατο του Τουρκομάνου στρατηγού Σουβεκτεγκίν.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ

  Την άνοιξη του 975 μ.Χ ο Ιωάννης Τσιμισκής είναι και πάλι επικεφαλής του στρατού για μια νέα εισβολή στη Μέση Ανατολή.  Την ηγεσία στη Βαγδάτη την έχει καταλάβει ο ηγέτης των Φαρς (Περσών) Αδχούδ Εδδουαλέχ μετά από πολλές περιπέτειες και εσωτερικές έριδες κυρίως με τους σουνίτες Τούρκους.  Το χαλιφάτο δεν ήταν σε θέση ούτε να απειλήσει αλλά ούτε και να προσφέρει πολλά κέρδη στον Αυτοκράτορα που επικεντρώθηκε σε αυτή την εκστρατεία στη Συρία και τη Παλαιστίνη.  Η κατάσταση εκεί ήταν διαφορετική. Ένας επίφοβος εχθρός είχε αναδειχθεί, ο ηγέτηςτων Φατιμίδων της Αιγύπτου Μουΐζ ο λεγόμενος Κατακτητής. Είχε οργανωμένο στρατό και πληθώρα πόρων ώστε να πολεμήσει τους Έλληνες που επιζητούσαν ρεβάνς από την εποχή της ήττας στον ποταμό Ιερομύακα.  Ο Μουΐζ μετά την επικράτηση του στη χώρα του Νείλου, βλέποντας τη χαώδη κατάσταση στη Βαγδάτη απέστειλε τις στρατιές του να καταλάβουν τη Παλαιστίνη και τη νότια Συρία.  Ο αρχιστράτηγος των Φατιμιδών στη Συρία Μαχμούτ Ιμπραχημ εισήλθε στη Δαμασκό μετατρέποντας την βάση των επιχειρήσεων του.
  Προφανής σκοπός του "Κυρ Ιωάννη" ήταν η κατάληψη της Ιερουσαλήμ αλλά και η προέλαση μέχρι την Αίγυπτο ώστε να εξουδετερώσει τη δύναμη των Φατιμίδων και να εξασφαλίσει οριστικά και τα νότια σύνορα του.  Οι Αββασίδες της Βαγδάτης δεν αποτελούσαν πλέον απειλή...Για την εκστρατεία δεν είχαμε ιστορικές αναφορές μέχρι τη μετάφραση μια επιστολής του ίδιου του Αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή προς τον αρμένιο βασιλιά Ασώδ η οποία βρέθηκε το 1821 και μεταφράστηκε απο τον Φ.Μαρτέν και δέχτηκε και δεύτερη μετάφραση το 1852 από τον Δωρυλιέ και έγινε γνωστή σε όλο τον κόσμο.  Θα μεταφέρω την επιστολή αυτούσια από τη μετάφραση καθώς δε μπορώ να εξιστορήσω τα γεγονότα καλύτερα από τον ίδιο τον Αυτοκράτορα!:
  
ΤΣΙΜΙΣΚΗΣ-ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΕΠΟΠΟΙΙΑ SCHLUMBERGER  ΣΕΛΙΔΕΣ 316-324
 Ό βασιλεύς διηυθύνθη  τότε προς 'Ιερουσαλήμ καί έγραψε προς τον Άσώδ έπιστολήν περιέχουσαν τάδε :
 « Ασώδ, Σαχηνσάχ,  πνευματικόν Ήμών τέκνον, άκουσον και γνώθι τά θαυμάσια, άπερ έποίησεν υπέρ 'Ημών ο Θεός, καί τάς θαυμαστάς Ημών νίκας, αίτινες άποδεικνύουσιν ότι άνεξερεΰνητον το βάθος της θείας άγαθότητος. Τά περιφανή εΰμενείας τεκμήρια, άπερ διά μέοου της Βασιλείας 'Ημών εις την κληρονομίαν Ήμών και κατά το έτος τοϋτο έχορήγησεν, επιθυμοΰμεν να γνωστοποιήσωμεν εις την Ένδοξότητά Σου, ώ Άσώδ, υιέ Ημών, και νά σοί άναγγείλωμεν ταύτα, οπως, ώς Χριστιανός καί πιστός της Ημετέρας Βασιλείας φίλος, χαίρων άνυμνής την άφατον μεγαλωσύνην τού Κυρίου ημών Ίησού Χριστού και γνώς ότι μεθ' ημών, των Χρι­στιανών, αεί ό θεός, ο ευδόκησας δπως ή Ημετέρα Βασιλεία καθυποτάξη πασαν τήν Άνατολήν των Περσών. Έμαθες πώς εκυριεύσαμεν την Νίσιβιν, πόλιν των Μουσουλμάνων, και τά ίερά λείψανα τοΰ αγίου πατριάρχου Ιακώβου  έλάβομεν και πώς ήναγκάσαμεν αυτούς ν' άποτίσωσι τον φόρον, όν Ήμϊν ώφειλον, πολ­λούς αυτών αιχμαλωτίσαντες.
 Ή εκστρατεία Ημών σκοπόν είχε καΐ την τιμωρίαν της ΰπερηφανίας και τού θράσους τοΰ Έμιρ άλ Μουμενίν, ηγεμόνος των  'Αφρικανών, των καλουμένων Μαγέρ Άράπ, όστις μετά μεγάλων δυνάμεων καθ' Ημών έχώρησε και έξέθηκε μεν το πρώτον εις κίνδυνον τον στρατόν Ημών, αλλ' έπειτα τη άπροσμαχήτω δυνάμει και τη βοήθεια τού Θεού ένικήσαμεν αυτούς εις έπονείδιστον τραπέντας φυγήν, ώς και οί άλλοι Ημών εχθροί. Τότε το έσωτερικόν της χώρας αυτών καταλαβόντες έν στόματι μαχαίρας τους λάους πλείστων επαρχιών διεπεράσαμεν μετά δέ τούτο ταχέως άναζεύξαντες έν τοις χειμερινούς ημών κατελύσαντες σκηνώμασι.

 Κατά δε τάς αρχάς Απριλίου,  παρασκευάσαντες  άπαν το ίππικον Ημών, έξεστρατεύσαμεν και εισήλθομεν εις την Φοινίκη καϊ τήν Παλαιστίνην, καταδιώκοντες τους εις την χώραν του Σάμ έπιρρεύσαντας θεηλάτους  'Αφρικανούς.   Έξήλθομεν της 'Αντιο­χείας μεθ' άπαντος του στρατού 'Ημών και ευθύ προχωρούντες διήλθομεν την άλλοτε άνήκουσαν Ήμΐν χώραν, ην και αύθις υπο το κράτος   'Ημών ύπετάξαμεν, μεγάλους έπιβαλόντες φόρους και πολλούς συλλαβόντες αϊχμαλώτους. Άφικομένους δ' εις την πόλιν της Έμέσης οί κάτοικοι της χώρας, οίτινες υποτελείς Ήμϊν έτυγχανον, προσελθέντες ύπεδέξαντο Ήμας μετά τιμών. Εκεί­θεν ήλθομεν εις Βαλβέκ, τήν και Ήλιούπολιν καλουμένην, πόλιν ενδοξον, μεγαλοπρεπή, αφθόνησαν τροφίμων,   εύρεΐαν και ευδαίμονα· τους κατοίκους αύτης μετ’ εχθρικών έξελθόντας διαθέσεων τα   Ημετέρα  στρατεύματα   εις  φυγήν   έτρεψαν  και  έν στόματι μαχαίρας διεπέρασαν. Μετά τινας ημέρας πολιορκήσαντε; αυτήν, πλείστους ηχμαλωτισαμεν νεανίσκους και νεάνιδας, οί δε Ημέτε­ροι  μεγάλα   ποσά   χρυσού   και αργύρου  ελαβον   και άμέτρητον υποζυγίων πλήθος.  Εκείθεν έξακολουθήσαντες τήν Ήμετέραν πορείαν διηυθύνθημεν εις τήν μεγάλην πόλιν Δαμασκόν προς έκπολιόρκησιν  αύτης·   άλλ' ο διοικητής αύτης,   συνετώτατος γέρων, άπέστειλεν εις την Ήμετέραν Βασιλείαν  πρέσβεις πλούσια κομί­ζοντας δώρα  και εντεταλμένους νά καθικετεύσωσιν  Ήμας όπως μη   εις  δουλείαν   περιστήσωμεν   μηδ'  απαγάγωμεν  αυτούς   εις αιχμαλωσίαν, ώς τους κατοίκους της Βαλβέκ, μήτε καταστρέψωμεν τήν χώραν, ώς παρ' εκείνοις   έπράξαμεν. Και έλθόντες προσήνεγκον ήμϊν εξαίσια δώρα, πλήθος βαρύτιμων ίππων και λαμπρών ήμιόνων μετά   πολυτελών φαλάρων χρυσώ και άργύρω κεκοσμημένων. Αι τών 'Αράβων συντάξεις, αίτινες συνεποσοΰντο εις 40,000 ταχεγάν , διενεμήθησαν υφ' 'Ημών εις τους στρατιώτας. Οί κά­τοικοι έπέδωκαν Ήμϊν και έγγραφον, δι' οδ ύπισχνοΰντο οτι θά μένωσιν ύπο τήν Ήμετέραν κυριαρχίαν άπο γενεάς εις γενεάν εις τους αιώνας.  Διωρίσαμεν εις τήν   διοίκησιν της Δαμασκού  έξοχον έκ Βαγδάτης άνδρα, Τούρκ καλούμενον, όστις ύπο πεντακοσίων συνο­δευόμενος ιππέων ήλθεν εις προσκύνησιν Ημών καϊ ήσπάσθη τήν Χριστιανικήν  πίστιν,   είχε δέ  και  πρότερον ήδη αναγνωρίσει το Ήμέτερον κράτος. Ύπεχρεώθησαν δε ενόρκως και νά τελώσιν Ήμΐν διηνεκή φόρον και άνεκραύγασαν: «Δόξα τη Βασιλεία Ημών» ! 'Επί δε τούτοις και νά καταπολεμώσι τους ημετέρους εχθρούς. 'Επί τοϊς δροις τούτοις συνηνέσαμεν ν' άφήσωμεν αυτούς ήσυχους. Εκείθεν διηυθύνθημεν προς την Τιβεριάδα λίμνην, ένθα Ό Κύριος Ημών Ίησούς Χριστός το μετά πέντε άρτων και δύο ιχθύων έτέλεσε θαϋμα, και σκοπόν μεν είχομεν νά πολιορκήσωμεν την πόλιν ταύτην, άλλ' οί κάτοικοι ήλθον την ύποταγήν αυτών δηλούντες και κομίζοντες, ώς οί της Δαμασκού, πολλά δώρα καί ποσόν 30,000 ταχεγάν, μη υπολογιζόμενων των άλ­λων αντικειμένων, καί έζήτησαν νά διορίσωμεν έπ' αυτών Ημέτε-ρον διοικητήν καί έδωκαν Ήμϊν έγγραφον, δι' ου ύπεχρεούντο νά μένωσι πιστοί καί νά τελώσιν Ήμϊν φόρον εις τους αιώνας. Τότε άφήκαμεν αυτούς ελευθέρους τού ζυγού της δουλείας καί άπέσχομεν του νά καταστρέψωμεν την πόλιν αυτών καί την περίχωρον, άπηλλάξαμεν δ' αυτούς της λεηλασίας, διότι αΰτη ήν πατρίς των αγίων αποστόλων. Ταύτα έπράξαμεν καί εν Ναζαρέτ, ένθα δ αρχάγγελος εύηγγελίσατο την Υπεραγίαν θεοτόκον καί 'Αειπάρθενον Μαρίαν.
 Προχωρήσαντες προς το δρος Θαβώρ, άνήλθομεν ένθα μετεμορφώθη Χρίστος ό Θεός ημών. Ένώ δ’ έσταθμευομεν εκεί αφίκοντο προς Ήμας έκ Ράμλης καί έξ 'Ιερουσαλήμ άνδρες ίκετεύοντες την βασιλείαν 'Ημών καί το έλεος Ημών έξαιτούμενοι. Έζήτη­σαν δε παρ' Ημών διοικητήν, έδήλωσαν ύποτέλειαν καί εστερξαν ν'άποδεχθώσι την Ήμετέραν κυριαρχίαν, έχορηγήσαμεν δ’ αύτοΐς δτι έπεθύμουν. Πόθος Ημών ήτο ν' άπελευθερώσωμεν τον Αγιον Τάφον του Χριστού άπο του ονείδους τών Μουσουλμάνων. Έγκατεστήσαμεν στρατιωτικούς αρχηγούς εις πάντα τά θέματα τά ύποταγέντα υφ'Ήμών καί γενόμενα Ήμϊν υποτελή, εις Βηθσάν, την καί Δεκάπολιν λεγομένην,   εις  Γενησαρέτ  καί εις   Ακραν, τήν καί Πτολεμαίδα. Οί κάτοικοι ύπεχρεώθησαν εγγράφως νά τελώσιν  Ημΐν  ετησίως φόοον εις το διηνεκές και νά διατελώσιν υπό  τό  κράτος Ημών.   Έντεύθεν προήλθομεν   προς τήν Καισάρειαν, πόλιν κειμένην επί τών ακτών τού Ώκεανείου Πελάγους ήν έπορθήσαμεν  καί αν οί κατάρατοι 'Αφρικανοί,  οίτινες εγκατέστησαν έκεΐ την έδραν αυτών, δεν κατέφευγαν εις τά φρούρια της παρα­λίας, θά έχωρούμεν, τη βοηθεία τού θεού, εις τήν Άγίαν Πόλιν Ιερουσαλήμ καί θά προσηυχόμεθα επί τών  σεπτών εκείνων τό­πων. Τών έν τοις παραλίοις λαών τραπέντων εις φυγήν, καθυπετάξαμεν το άνω  μέρος της χώρας καί φρούραρχον έκεΐ έγκατε­στήσαμεν, προσειλκόμεθα τους κατοίκους,   τους δ'άνθισταμένους ήναγκάζομεν   νά παραδοθώσι.   ΙΙαρηκολουθήσαμεν  τήν   διά της παραλίας οδόν, ήτις άγει ευθύ εϊς Βηρυτόν, διάσημον και περιώνυμον πόλιν, προστατευομένην ύπόο έρυμνών τειχών, φέρουσαν δε νύν το όνομα Μπερούτ, έκυριεύσαμεν  δ' αυτήν μετά σφοδορότατον αγώνα. ηχμαλωτίσαμεν χιλίους αφρικανούς, έν οΐς τον στρατηγόν τού Έμίρ άλ Μουμενίν  Νουσεϊρύ καί άλλους  ανωτάτους αξιωματικούς,  διεπιστεύθημεν δε τήν πόλιν ταύτην εις άρχηγόν της  Ημετέρας εκλογής. Είτα άπεφασίσαμεν νά επελάσωμεν κατά της Σιδώνο,  άλλ' οί κάτοικοι, άμα τούτο μαθόντες, απέστειλαν προς  Ήμας τους πρεσβυτέρους αυτών, οίτινες  έλθόντες καθικέτευον τήν Βασιλείαν Ημών ζητούντες ν' άποβώσιν υποτελείς καί ταπεινότατοι  Ημών δούλοι  εις τους αιώνας.   επί δε ταΐς διαβεβαιώσεσι ταύταις συνηνέσαμεν νά είσακούσωμεν τήν παράκλησιν αυτών καί νά έκτελέσωμεν τήν έπιθυμίαν αυτών, άπητήσαμεν δέ παρ' αυτών φόρον  καί έπεβάλομεν   αύτοΐς αρχηγούς της εκλο­γής Ημών.
 Την πορείαν Ημών έπαναλαβόντες έχωρήσαμεν προς τήν Βύβλον, άρχαΐον και όχυρώτατον φρούριον, δπερ εζ εφόδου έκυριεΎσαμεν ύπαγαγόντες εις δουλείαν την φρουράν αυτού. Προηλάσαμεν ούτως επί πάσας τάς έν τη παραλία πόλεις, λεηλατούντες αύτάς και εις αίχμαλωσίαν τους κατοίκους άπάγοντες. Ήναγκάσθημεν να διέλθωμεν στενωτάτας οδούς, δι' ων ουδέποτε είχε δι­έλθει το ίππικόν, όδοΰς φρικαλέας και λίαν δύσβατους. Απηντήσαμεν πολυάνθρωπους και εύδαίμονας πόλεις και φρούρια υπό έρυμνών τειχών και αραβικών φρουρών προστατευόμενα, πάντα δε ταύτα έκπολιορκήσαντες άρδην κατεστρέψαμεν και τους κατοίκους αυτών εις αίχμαλωσίαν άπηγάγομεν. Πριν ή καταφθάσωμεν προ της Τριπόλεως άπεστείλαμεν το ίππικόν των θαματοί (θεμάτων) και των Δασχαμαδζί (;) εις τήν πάροδον Καρερές , διότι εμάθομεν δτι οί θεόλεστοι 'Αφρικανοί είχον καταλάβει θέσιν έν τη στενοπορεία ταύτη. συνεστήσαμεν εις τα στρατεύματα Ημών να ένεδρεύσωσι και παρεσκευάσαμεν αύτοΐς θανατηφόρον παγίδα. Αί διαταγαί Ημών έξετελέσθησαν. Δισχίλιοι των  'Αφρικανών τούτων άποκαλυφθέντες ώρμησαν κατά των ημετέρων, οίτινες πολλούς αυτών άπέκτειναν και πλείστους ήχμαλώτισαν, οΰς προσήγαγον ενώπιον της Βασιλείας 'Ημών. Έξεδηώσαμεν πασαν την έπαρχίαν Τριπόλεως, ριζηδόν τους άμ.πελώνας, ελαιώνας και κήπους καταστρέψαντες, και πανταχού τον δλεθρον και την έρήμωσιν έσπείραμεν. Οί έκεϊ φρουρούντες 'Αφρικανοί ετόλμησαν νά προελάσωσι καθ' ημών, άλλ’ άμα έφορμήσαντας έξωλοθρεύσαμεν αυτούς μέχρις ενός. Έκυριεύσαμεν την μεγάλην πόλιν Δζουέλ ,  την και Γαβαών καλουμένην,  τάς Βαλαναίας, την Σεχούν   και την περίφημον Βουρζώ, και μέχρι Ράμλης και Καισαρείας οΰτε ξηρά έμεινεν ούτε θάλασσα μή καθυζοταγείσα ΰφ' Ημών τη δυνάμει του Ανάρχου θεού.
 Αί κατακτήσεις Ημών έξετάθησαν μέχρι της μεγάλης Βαβυλώνος , και ύπηγορεύσαμεν νόμους εις τους κατοίκους και αιχμαλώτους αύτους κατεστήσαμεν. διότι επί πεντάμηνον μετά πολλών δυνάμεων την χωράν διεδράμομεν, καταστρέφοντες τάς πόλεις και έρημούντες τους αγρούς, τού Έμϊρ Άλ Μουμενίν μη τολμήσαντος νά έξέλθη εναντίον ημών, μήτε ν'άποστείλη ίππι­κον προς βοήθειαν τών στρατευμάτων αύτού. άνευ δε τού ύπερβολικού καύσωνος και τών ανύδρων εις τα περί την πόλιν ταύ-την οδών, ως ή Ένδοξότης σου γινώσκει, ή Βασιλεία  Ημών θά κατέφθανεν εις αυτήν, διότι κατεδιώξαμεν τον ηγεμόνα τοΰτον μέ­χρις Αιγύπτου και κατετροπώσαμεν αυτόν, χάρι.τι τού Υψίστου, παρ' ού το στέμμα   Ημών έχομεν.
 Και νύν πασά ή Φοινίκη, ή Παλαιστίνη και ή Συρία, άπηλλαγμέναι της τυραννίας τών Μουσουλμάνων, ύπακούουσιν ε!ς τους Ρωμαίους. άλλα και το μέγα όρός του Λιβάνου ανεγνώρισε τους 'Ημετέρους νόμους, πάντες δ' οί κατοικούντες έν αυτώ Αρα­βες παμπληθείαιχμάλωτοι εις χείρας ημών έπεσαν, και δενείμαμεν αυτούς είς  ημετέρους ιππείς.  Έκυβερνήσαμεν την Άσσυρίαν  μετά πραότητος, φλανθρωπίας και επιεικείας.άπεσύραμεν δ' έκ ταύτης περί τους είκοσακισχιλίους, οΰς έγκατεστήσαμεν έν Γαβαών. Γνώθι δτι δ θεός έχορήγησε τοις Χριστιανοίς νίκας ας  ούδείς ούδέποτε ήρατο. Εΰρομεν έν Γαβαών τά άγια σανδάλια τού Χριστού, άπερ έφόρει δτε έπεφάνη έπί γης, και την Ίεράν Εΐκόνα, ήτις έν τη ακολουθία των καιρών έκεντήθη ύπο των Ιου­δαίων, και ευθέως άπέρρευσεν εξ αυτής αίμα και ΰδωρ. άλλά δεν εύρομεν έν αύτη τον τύπον της λόγχης. Εΰρομεν επίσης έν τη πόλει ταύτη και την πολύτιμον κόμην τού αγίου ενδόξου Προδρό­μου και Βαπτιστού Ιωάννου. Τά άγια δε ταύτα παραλαβόντες λείψανα άπεκομίσαμεν προς φύλαξιν έν τη Θεοφυλάκτω Ημών πόλει. Κατά δε μήνα Σεπτέμβριον ώδηγήσαμεν εις Άντιόχειαν τον τη παντοδυνάμω τού Υψίστου προστασία περισωθέντα στρατόν Ημών. Άνεκοινώσαμεν τά γεγονότα ταύτα εις τήν Ένδοξότητά Σου, όπως άναγινώσκων την άφήγησιν ταύτην θαυμάζης και δοξολογής την άμετρον του Θεού αγαθότητα και γνώς ποία και πόσα έπετελέσθησαν ανδραγαθήματα έπ' εσχάτων τών ήμερων τούτων. Το κράτος τού Τιμίου και Ζωωποιού Σταυρού πανταχοθεν και μέχρι περάτων της γης έξετάθη· πανταχού τών χωρών τούτων το  όνομα τού Θεού υμνείται και δοξάζεται, πανταχού μετά δόξης και μεγαλωσύνης το κράτος Μου δεσπόζει. Διό και το στόμα 'Ημών ού παύεται άναπέμπον αΐνον τω θεώ, τώ χορηγήσαντι Ημϊν τους λαμπρούς τούτους θριάμβους. Εύλογητός εις τους αιώνας ό Κύριος, ό Θεός τού Ισραήλ».
  Η ορμή του Βυζαντινού στρατού με τον Αυτοκράτορα επικεφαλή ήταν ακαταμάχητη. Δαμασκός, Σιδώνα, Ιερουσαλήμ, όλες έπεσαν σχεδόν αμαχητί.  Μονάχα η απόρθητη θεωρητικά Τρίπολη αντέταξε σθεναρή άμυνα αλλά και αυτή υπέκυψε αν και δεν υπάρχει ξεκάθαρη αναφορά στην άλωση της.  Ολόκληρη η σημερινή Συρία, ο Λίβανος, η Ιορδανία, το Ισραήλ, η Παλαιστίνη αλλά και μέρος του Ιράκ ήταν πλέον στη κυριαρχία του Ιωάννη Τσιμισκή που επέστρεψε στη Κωνσταντινούπολη θριαμβευτής αφήνοντας τον μουσουλμανικό κόσμο σε απόγνωση για το τί θα συμβεί στην επόμενη εκστρατεία του Αυτοκράτορα!

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

  Η τρίτη εκστρατεία του Ιωάννη Τσιμισκή όμως στην Ασία δεν έγινε ποτέ καθώς ο Αυτοκράτορας δολοφονήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 976 μ.Χ. γεγονός που πρέπει να προξένησε μεγάλη ανακούφιση στους ηγέτες τόσο των Φατιμιδών, όσο και στους Χαλίφηδες της Βαγδάτης και τους ηγέτες των Φαρς.  Με τον θάνατο του χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία για την Ελληνοκεντρική αυτοκρατορία να θέσει τα θεμέλια μιας reconquista στην Ανατολή που θα είχε άμεσο αντίκτυπο στη μετέπειτα Ιστορία της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ελληνισμός, τα γράμματα και ο Χριστιανισμός θα είχαν ακόμη μία αναλαμπή στη πολύπαθη Μ.Ανατολή χωρίς να είναι βέβαιο πως οι Άραβες θα μπορούσαν να επανέλθουν ως επικρατούσα δύναμη στη περιοχή.

ΥΓ: Η επιστολή του Τσιμισκή είναι από το αρχείο του κ. Γιώργου Μαυράκη

Έλληνες λόγιοι στην Δύση πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (Μανουήλ Χρυσολωράς -Γεώργιος Πλήθων - Βησσαρίων)

Έλληνες λόγιοι στην Δύση πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (Μανουήλ Χρυσολωράς -Γεώργιος Πλήθων - Βησσαρίων)

Written By Ιωάννης Φιλίστωρ on 18 Μαΐου 2012 | 5/18/2012 12:49:00 μ.μ.

Μανουήλ Χρυσολωράς
γράφει ο Αρχιμανδρίτης κ. Κύριλλος Κεφαλόπουλος)
(σε πρώτη αποκλειστική διαδικτυακή δημοσίευση στο http://www.istorikathemata.com/

Η φυγή των λογίων του Βυζαντίου στην Δύση είχε αρχίσει κάποιες δεκαετίες πριν από την Άλωση,καθώς ο κίνδυνος πτώσεως της Κων/πόλεως είχε αρχίσει να προδιαγράφεται ήδη από τα τέλη του 14ου αι. Η έξοδος όμως επιταχύνθηκε και αυξήθηκε όπως ήταν φυσικό,αμέσως μετά την Άλωση (1453). Από τους πρώτους ήταν ο Μανουήλ Χρυσολωράς, που δίδαξε την αρχαία ελληνική γραμματεία και γλώσσα στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας από το 1396 ως το 1399. Η παρουσία του στην Φλωρεντία υπήρξε καταλυτική για την πορεία των ελληνικών σπουδών στην Δύση. Οι παραδόσεις των μαθημάτων του εγίνοντο ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου,που περιελάμβανε γνωστούς ανθρωπιστές και προσωπικότητες της Φλωρεντίας,ενώ και από γειτονικές πόλεις έρχονταν για τα μαθήματά του.Κατά διαστήματα ο Χρυσολωράς δίδαξε και σε άλλες πόλεις της Ιταλίας,όπως η Παβία,το Μιλάνο, η Ρώμη, ωστόσο στην Φλωρεντία, γνωστό κέντρο της Αναγέννησης, άρχισαν να διδάσκονται με τρόπο συστηματικό τα ελληνικά γράμματα.Ο Φλωρεντινός μαικήνας Palla Strozzi, είχε καλέσει τον Χρυσολωρά στην Φλωρεντία,όταν ο τελευταίος ήταν διπλωματικός απεσταλμένος του αυτοκράτορα Μανουήλ Παλαιολόγου στην Δύση για εξεύρεση βοηθείας εναντίον των Οθωμανών, με σκοπό να δημιουργηθεί ένα κέντρο ανθρωπιστικών σπουδών στην Φλωρεντία.Ο Χρυσολωράς δίδασκε τους μαθητές του χρησιμοποιώντας ελληνικά χειρόγραφα.Αργότερα,συνέγραψε Γραμματική της ελληνικής γλώσσας υπό την μορφή ερωταποκρίσεων, τα γνωστά ''Ερωτήματα''. Η Γραμματική του μετά θάνατον τυπώθηκε (1471) και απετέλεσε ένα από τα παλαιότερα τυπωμένα ελληνικά βιβλία.Θα λέγαμε λοιπόν ότι ο Μανουήλ Χρυσολωράς απετέλεσε τον πρόδρομο των βυζαντινών λογίων φυγάδων,και προετοίμασε τον δρόμο για την καλλιέργεια των ελληνικών γραμμάτων στην Ιταλία.. 
Μετά τον Χρυσολωρά,, εμφανίζεται ένα κενό, καθώς κάποιες στρατιωτικές ήττες των Οθωμανών, όπως αυτή του Βαγιαζήτ Α' το 1402, ανέκοψαν προσωρινά την έξοδο των λογίων προς την Δύση,η οποία εντάθηκε πάλι στην δεκαετία του 1430, μετά την πτώση της Θεσσαλονίκης και κυρίως με την Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439). Την περίοδο αυτήν δεσπόζει η μορφή του νεοπλατωνικού φιλοσόφου Γεωργίου Πλήθωνος-Γεμιστού (1360-1452),ο οποίος συμμετέχοντας στην Σύνοδο με την ελληνική αντιπροσωπεία, έλαβε μέρος στις μακρές θεολογικές συζητήσεις με τους Λατίνους και ήρθε σε επαφή με τους πλατωνικούς κύκλους της Φλωρεντίας. Η επαφή του, η γνωριμία με τους Φλωρεντίνους ανθρωπιστές, η έντονη προσωπικότητά του και η βαθειά γνώση του Πλάτωνος και του Αριστοτέλους έκαναν μεγάλη εντύπωση.Συνέγραψε μάλιστα 
Γεώργιος Πλήθων - Γεμιστός
και σύντομη πραγματεία με τίτλο'' Περί ών Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται''. Το έργο του αυτό καθώς και οι συζητήσεις τους με τους δυτικούς λογίους βοήθησαν την δυτική διανόηση να κατανοήσει καλύτερα την σκέψη και τις φιλοσοφικές διαφορές Πλάτωνος και Αριστοτέλους, και οδήγησε σε μία βαθειά επανεκτίμηση και μελέτη των πλατωνικών έργων.

Η στάση του Πλήθωνος υπέρ του Πλάτωνος έχει ενδιαφέρουσα αφετηρία.ως αντίδραση στον αριστοτελισμό και την σχολαστικισμό της Δύσεως κυρίως του Θωμά Ακινάτη που χρησιμοποίησε τον αριστοτελισμό ως σύστημα λογικής υπέρ της πίστεως,ο Πλήθων έρχεται να αμφισβητήσει την κατεστημένη κυριαρχία του Αριστοτέλους και να αντιπροβάλλει τον Πλάτωνα όχι μόνον ως φιλόσοφο αλλά και ως πολιτικό αναμορφωτή. Εμπνεόμενος ο Πλήθων από την πλατωνική ''Πολιτεία'' και τους ''Νόμους'' συγγράφει και ο ίδιος ''Νόμους'' για το νέο ιδανικό κράτος που ονειρευόταν και θα μπορούσε,καθώς ο ίδιος πίστευε, να αποτελέσει πρότυπο για μεταρρυθμίσεις και πολιτικές πρωτοβουλίες τέτοιες ώστε η παραπαίουσα βυζαντική αυτόκρατορία να αποφύγει το διαφαινόμενο τέλος της και να επανακάμψει με δυναμισμό στηριζόμενη στην κλασσική παιδεία των ένδοξων αρχαίων Ελλήνων προγόνων. Προς την κατεύθυνση αυτή ο Πλήθων είχε συντάξει συμβουλευτικά υπομνήματα προς τον αυτοκράτορα Μανουήλ Β' Παλαιολόγο και τον δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο, τονίζοντας ότι 'Έλληνες εσμέν το γένος,ών ηγείσθε και βασιλεύετε,ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί''. Επομένως,ο έντονος πλατωνισμός και η βαθειά εθνική αυτόσυνειδησία του Πλήθωνος για την ελληνική του καταγωγή και πολιτιστική ταυτότητα είναι στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν.
Η επίδραση του Πλήθωνος στους νεοπλατωνικούς κύκλους της Δύσεως υπήρξε τεράστια.Επανέφερε στο προσκήνιο παλαιές ξεχασμένες ιδέες του αρχαίου κόσμου,έδωσε την δυνατότητα μίας νέας και διαφορετικής ερμηνείας του Πλάτωνος στην Δύση, έδωσε ώθηση στις πλατωνικές σπουδές στην Ιταλία.Υπό την επίδραση της σύντομης παρουσίας του στην Φλωρεντία κατέστη δυνατή η ίδρυση της Πλατωνικής Ακαδημίας των Μεδίκων (1459) και η ανάπτυξη του πλατωνισμού από τους μαθητές του Πλήθωνος,όπως ο Βησσαρίων,ο ιστορικός Λαόνικος Χαλκοκονδύλης, ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Pico della Mirandola κ.ά.που συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανάπτυξη των ανθρωπιστικών επιστημών και την υποχώρηση του δυτικού αριστοτελικού σχολαστικισμού. Ο θάνατος του Πλήθωνος το 1452 προκάλεσε πένθος αλλά και κείμενα θαυμασμού από τους μαθητές του για την απώλεια του δασκάλου τους. Ο Βησσαρίων έφθασε στο σημείο να γράψει ότι ''Πλάτωνι μετά γε τους πρώτους εκείνους άνδρας ουκ έφυσεν η Ελλάς ου σοφία ου τη άλλη αρετή ομοιότερον…μέγα κλέος Ελλάδι πάση γέγονεν εκείνος αστήρ, μέγας αυτή κόσμος και εις τον έπειτα χρόνον εσείται''. Αλλά και μετά θάνατον η φήμη του Πλήθωνος εξακολουθούσε να είναι μεγάλη, ιδίως στην Ιταλία. Έτσι,όταν το 1465 ο ηγεμόνας του Ρίμινι Σιγισμούνδος Μαλατέστα κατέλαβε τον Μυστρά, αποχωρώντας πήρε μαζί του τα οστά του Πλήθωνος και τα τοποθέτησε σε λάρνακα στον καθεδρικό ναό του Ρίμινι,όπου ευρίσκονται έως και σήμερα.
Μία άλλη σημαντική λογία μορφή στην Δύση υπήρξε ο Βησσαρίων,που συμμετείχε στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας ως αρχιεπίσκοπος Νικαίας.Ο Βησσαρίων υπήρξε μαθητής του Πλήθωνος,και θερμός υποστηρικτής της Ενώσεως των Εκκλησιών,Λατινικής και Ελληνικής. Πίστευε ότι μέσα από την Ένωση των Εκκλησιών,θα μπορούσε η Δύση να βοηθήσει το Βυζάντιο να σωθεί από την ισλαμική απειλή. Έτσι, μετά την Σύνοδο της Φλωρεντίας έλαβε τον τίτλο του καρδιναλίου της Ρωμαϊκής Εκκλησίας,και εγκαταστάθηκε στην Ρώμη,όπου συντόνιζε τις προσπάθειες για την αποστολή αποτελεσματικής βοήθειας στην Κων/πολη,και μετά την Άλωση, για 
Βησσαρίων
την διοργάνωση απελευθερωτικής σταυροφορίας κατά των Οθωμανών. Ο Βησσαρίων,υπό την επίδραση του δασκάλου του Πλήθωνος,συμμεριζόταν με κάποια μετριοπάθεια βεβαίως, την συμπάθεια για τις πλατωνικές ιδέες,και επιθυμούσε να δει την πολιτική αναδιοργάνωση του βυζαντινού κράτους με βάση τα αρχαιοελληνικά πολιτειακά πρότυπα του κράτους που έχει πολίτες και όχι υπηκόους. Πίστευε ότι με βάση τα ελληνικά ιδεώδη θα μπορούσε το Βυζάντιο να αναγεννηθεί κοινωνικά και πολιτικά,και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την απειλή εξ ανατολών.
Ο Βησσαρίων στον πυρήνα της σκέψης του ήταν βαθύτατα Έλληνας και ένας ώριμος ουμανιστής,φορέας των ανθρωπιστικών ιδεών της ελληνοβυζαντινής του προελεύσεως,με τις οποίες εμπλούτισε με γόνιμο τρόπο την Δυτική Αναγέννηση στα πρώτα της βήματα.Με τις γνωριμίες και την επιρροή που διέθετε,ο Βησσαρίων κατέστησε την κατοικία του στην Ρώμη κέντρο μελέτης των ελληνικών γραμμάτων. Συνεκέντρωσε γύρω του πολλούς Έλληνες λογίους πρόσφυγες από τις βυζαντινές περιοχές,στους οποίους προσέφερε στέγη και προστασία.Στην βίλα του Βησσαρίωνος σχηματίσθηκε ένας πνευματικός κύκλος αποτελούμενος από τους Μιχαήλ Αποστόλη, Γεώργιο Τραπεζούντιο,Θεόδωρο Γαζή, Ανδρόνικο Κάλλιστο κ.ά.,οι οποίοι καταγίνονταν με την συγκέντρωση ελληνικών χειρογράφων,την αντιγραφή και μετάφρασή τους στα λατινικά.Έτσι,η κατοικία του Βησσαρίωνος στην Ρώμη κατέστη, και με την υποστήριξη του ουμανιστή και φιλέλληνος Πάπα Νικολάου Ε', ένα πρώιμο κέντρο φιλολογικό και φιλοσοφικό ανθρωπιστικών μελετών και διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων. Πολλά από τα χειρόγραφα που συνεκέντρωσε ο Βησσαρίων διοχετεύθησαν σε βιβλιοθήκες και σε λογίους ελληνιστές της Δύσεως,ενώ η προσωπική συλ-λογή χειρογράφων του Βησσαρίωνος,κατόπιν επιθυμίας του,εδωρήθη στην Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας, της οποίας απετέλεσε και τον πρώτο πυρήνα.
Επίσης,ο Βησσαρίων ενδιαφέρθηκε για τις ελληνόρρυθμες μονές της Κάτω Ιταλίας.Στην περιοχή αυτή υπήρχαν συμπαγείς ελληνογενείς και ελληνόφωνοι πληθυσμοί, που κατά διαστήματα ενισχύονταν από κύματα βυζαντινών μεταναστών και προσφύγων.Παρ' ό,τι η μεγάλη ακμή του ορθόδοξου μοναχισμού της περιόδου 9ου-12ου αι. είχε παρέλθει, ωστόσο την εποχή της Αλώσεως εξακολουθούσαν να υπάρχουν ελληνικά μοναστήρια και ορθόδοξοι μοναχοί, οι οποίοι ωστόσο,αποκομμένοι γεωγραφικά και εκκλησιαστικά από την Κων/πολη και ευρισκόμενοι εντός ισχυρού καθολικού στοιχείου δέχονταν μεγάλες πιέσεις. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων ωρίσθηκε από τον Πάπα Ευγένιο Δ' το 1439 προστάτης των ελληνόρρυθμων μονών που ακολουθούσαν το βυζαντινό λειτουργικό τυπικό, δέχονταν όμως ισχυρές πιέσεις να δεχθούν την Ένωση των Εκκλησιών. Οι Λατίνοι αποκαλούσαν τους μοναχούς αυτούς ''βασιλιανούς'', ως ακολουθούντες τους μοναστικούς κανόνες του Μεγ. Βασιλείου.
Ο Βησσαρίων ως το τέλος της ζωής του (1472), ενδιαφέρθηκε δραστήρια για την προστασία των μονών αυτών, την πνευματική ανανέωση του μοναχικού βίου και την διάσωση των χειρογράφων που αυτές διέθεταν. Με δικές του ενέργειες μοναχοί παρακολουθούσαν μαθήματα και επιμορφώνονταν. Καθιερώθηκε πιο οργανωμένη επιθεώρηση και εποπτεία του τρόπου λειτουργίας των μονών, κατά πόσον τηρούσαν το μοναστικό τυπικό και τους μοναχικούς κανόνες. Για τον σκοπό αυτόν μάλιστα ο Βησσαρίων συνέγραψε μία επιτομή από κείμενα και κανόνες του Μεγ. Βασιλείου για τον μοναστικό βίο,και συνεκάλεσε τοπική σύνοδο των μοναχών της Κάτω Ιταλίας για να τους δώσει κατευθύνσεις για τον τρόπο λειτουργίας των μονών. Επίσης,στην ελληνόρρυθμη μονή της Κρυπτοφέρρης- Grotta Ferrata λίγο έξω από την Ρώμη, ο Βησσαρίων φρόντισε για την συλλογή,αντιγραφή,διάσωση και μελέτη των ελληνικών χειρογράφων. Χάρις λοιπόν σε αυτές τις ενέργειες του Βησσαρίωνος ανασυγκροτήθηκαν οι ελληνόρρυθμες μονές της Κάτω Ιταλίας και γνώρισαν μία πρόσκαιρη άνθιση, η οποία ωστόσο δεν κατόρθωσε να επαναφέρει την παλαιά τους πολιτισμική,θρησκευτική και οικονομική επιρροή.

Ένας Οθωμανός εθελοντής υπερασπίζεται την πολιορκούμενη Κωνσταντινούπολη (1453)

Ένας Οθωμανός εθελοντής υπερασπίζεται την πολιορκούμενη Κωνσταντινούπολη (1453)

Written By Ιωάννης Φιλίστωρ on 29 Μαΐου 2012 | 5/29/2012 08:41:00 π.μ.


γράφει ο Νίκος Νικολούδης, Διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου(σε πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση στοhttp://www.istorikathemata.com/ )

Στα γεγονότα της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, το 1453, δεν πολέμησαν μόνο οι Έλληνες εναντίον των Τούρκων, όπως ίσως πιστεύεται γενικότερα, αλλά και αρκετοί ξένοι. Ορισμένοι πολέμησαν στο πλευρό των Οθωμανών καταναγκαστικά, όπως ένα σερβικό απόσπασμα, σταλμένο από τον δεσπότη της μεσαιωνικής Σερβίας Γεώργιο Μπράνκοβιτς που ήταν υποτελής των Οθωμανών. Άλλοι πάλι, όπως ο Ούγγρος (ή Ρουμάνος) κατασκευαστής κανονιών Ουρβανός, συντάχθηκαν με τους Οθωμανούς με την προσδοκία του κέρδους (ο Ουρβανός πληρώθηκε αδρά για να κατασκευάσει τη μεγάλη βομβάρδα που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι κατά την πολιορκία, η οποία αξιοποιήθηκε κυρίως για να καταστρέψει τα τείχη στον τομέα της πύλης του Αγίου Ρωμανού). Οι περισσότεροι ξένοι όμως βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, στο πλευρό των Βυζαντινών. Ως γνωστόν, μέσα ή κοντά στην Κωνσταντινούπολη ζούσαν πολλοί ξένοι, κυρίως Ιταλοί, οι οποίοι διατηρούσαν επιχειρηματικά συμφέροντα στην πόλη. Αναπόφευκτα, λοιπόν, υποχρεώθηκαν να συμμετάσχουν στην άμυνά της, προκειμένου να διατηρήσουν την προνομιακή επιχειρηματική τους θέση. Σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν, Βενετοί, Αγκωνίτες και Καταλανοί, ενώ και οι Γενοβέζοι που είχαν υπό τον έλεγχό τους το γειτονικό προάστιο του Πέραν (τον σημερινό Γαλατά) τήρησαν ευνοϊκή στάση προς τους Κωνσταντινουπολίτες μετά την έναρξη της τελευταίας πολιορκίας. 

Ορισμένοι άλλοι ξένοι κατέφθασαν εθελοντικά στην Κωνσταντινούπολη, στο πλευρό των υπερασπιστών, για να συμμετάσχουν στις επιχειρήσεις είτε από «σταυροφορική διάθεση», είτε από τυχοδιωκτισμό, είτε από την προσδοκία κάποιου απροσδιόριστου κέρδους. Οι πιο γνωστοί μεταξύ τους είναι ο κοντοτιέρος Ιωάννης Τζιουστινιάνι, επικεφαλής ενός μισθοφορικού σώματος 700 κατάφρακτων στρατιωτών που αποτέλεσαν τη «δύναμη κρούσης» των αμυνόμενων, και οι τρεις αδελφοί Μποκιάρντι, επικεφαλής ενός μικρότερου σώματος, στους οποίους καταλογίζεται το ατύχημα της ξεχασμένης Κεκόπορτας, που βρισκόταν στον τομέα των τειχών που υπερασπίζονταν. Ενδεικτικό της σημασίας που απέδιδε ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στη συμμετοχή των ξένων εθελοντών στην άμυνα, είναι το γεγονός ότι τον μεν Τζιουστινιάνι διόρισε πρωτοστράτορα (αρχιστράτηγο) και του υποσχέθηκε να του παραχωρήσει τη Λήμνο, εάν τελικά απωθούνταν οι Οθωμανοί, ενώ σε άλλους εθελοντές ανέθεσε την άμυνα συγκεκριμένων τμημάτων των τειχών. Μεταξύ τους, τέσσερεις διαπρεπείς Βενετοί ανέλαβαν την ευθύνη της άμυνας αντίστοιχων κύριων πυλών των χερσαίων τειχών παραλαμβάνοντας από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο τα αντίστοιχα κλειδιά τους καθώς, σύμφωνα με την κατάθεση ενός αυτόπτη μάρτυρα της πολιορκίας, ο αυτοκράτορας είχε ομολογήσει ότι η Κωνσταντινούπολη ανήκε πια περισσότερο στους Βενετούς παρά στους Βυζαντινούς.

Η πιο ασυνήθιστη, πάντως, περίπτωση μεταξύ των ξένων εθελοντών ήταν αναμφίβολα εκείνη του Οθωμανού πρίγκιπα Ορχάν, οι πληροφορίες για τον οποίο είναι  περιορισμένες και ασαφείς. Ο πρίγκιπας Ορχάν ήταν μακρινός συγγενής του Μωάμεθ Β΄, κατά μία άποψη δεύτερος εξάδελφός του. Σύμφωνα με αυτή τη γενεαλογική προσέγγιση, ο Ορχάν ήταν εγγονός του Σουλεϊμάν Τσελεμπί, μεγαλύτερου αδελφού του σουλτάνου Μωάμεθ Α΄ (1413-1421). Οι δύο αδελφοί, όπως και ένας τρίτος, ο Μουσά, είχαν καταλάβει διαδοχικά τον οθωμανικό θρόνο μετά την αναπάντεχη αιχμαλωσία του πατέρα τους, Βαγιαζήτ Α΄(1389-1402) από τον Ταμερλάνο στη μάχη της Αγκύρας. Ως αποτέλεσμα της ατυχούς για τους Οθωμανούς κατάληξης αυτής της μάχης, το κράτος τους περιέπεσε στη δίνη ενός μακροχρόνιου εμφυλίου πολέμου. Πρώτος κατέλαβε τον θρόνο ο Σουλεϊμάν (1403-1411), ο οποίος όμως ανατράπηκε και σκοτώθηκε από τον πολεμοχαρή αδελφό του Μουσά, που κυβέρνησε με τη σειρά του επί δύο χρόνια (1411-1413). Οι εχθρικές διαθέσεις του τελευταίου προς τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία είχαν ως αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος να εξωθήσει σε εξέγερση εναντίον του τον τρίτο επιζώντα αδελφό, τον Μωάμεθ, ο οποίος και τελικά επικράτησε.

Κατά τη εξέλιξη αυτών των γεγονότων, προφανώς οι απόγονοι του Σουλεϊμάν βρήκαν καταφύγιο στην «ουδέτερη» Κωνσταντινούπολη, όπου οι Βυζαντινοί τους προφύλαξαν για να τους χρησιμοποιήσουν ως «αντίπαλο δέος», προκαλώντας έναν εμφύλιο πόλεμο στο οθωμανικό κράτος, εφόσον οι συνθήκες θα το επέτρεπαν (το ίδιο είχαν κάνει και οι Οθωμανοί με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, ενισχύοντας διάφορους γόνους της δυναστείας των Παλαιολόγων στις επιδιώξεις τους να καταλάβουν τον αυτοκρατορικό θρόνο). Υπ’ αυτές τις συνθήκες, ο πρίγκιπας Ορχάν έζησε στην Κωνσταντινούπολη από την παιδική του ηλικία. Προκειμένου, μάλιστα, να μην του επιτραπεί να απομακρυνθεί από την πόλη, ο πατέρας του Μωάμεθ Β’, ο σουλτάνος Μουράτ Β’, είχε συμφωνήσει να καταβάλει στους Βυζαντινούς ως «λύτρα» 3.000 άσπρα, από τα εισοδήματα των πόλεων κατά μήκος του νοτιότερου ρου του Στρυμόνα.

Κατά μία ειρωνεία της τύχης, η μη καταβολή αυτών των λύτρων αποτέλεσε την αφορμή για την έναρξη των εχθροπραξιών που οδήγησαν στην άλωση της Κωνσταντινούπολης. Συγκεκριμένα, κατά την άνοδό του στον θρόνο, τον Φεβρουάριο του 1541, ο Μωάμεθ Β’ είχε δεσμευθεί να συνεχίσει να τα καταβάλει, αλλά μέχρι το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου δεν το είχε κάνει, καθώς αγωνιζόταν να καταστείλει μια εξέγερση στα μικρασιατικά εδάφη του κράτους του. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος θεώρησε ότι αυτή η συγκυρία του ευνοούσε μια επίδειξη πυγμής, και απείλησε τον Μωάμεθ ότι, εάν δεν τα έστελνε τα χρήματα, οι Βυζαντινοί θα άφηναν ελεύθερο τον πρίγκιπα Ορχάν. Αυτή η έλλειψη διπλωματικής διορατικότητας εκ μέρους του επρόκειτο να αποδειχθεί μοιραία, παρέχοντας στον Οθωμανό σουλτάνο το πρόσχημα που αναζητούσε για την έναρξη του πολέμου.

Κατά την έναρξη της πολιορκίας, ο πρίγκιπας Ορχάν προθυμοποιήθηκε να αναλάβει με τους άνδρες του την άμυνα ενός τομέα των τειχών, γεγονός ιδιαίτερα τιμητικό, εάν μάλιστα το αντιδιαστείλει κανείς με τη στάση πολλών κατοίκων που προτίμησαν να παρακολουθούν παθητικά την εξέλιξη των γεγονότων. Έτσι, του ανατέθηκε η φύλαξη ενός τμήματος των τειχών της Προποντίδας στα οποία περιλαμβανόταν και το λιμάνι του Επτασκαλίου. Τον τομέα αυτό υπερασπίστηκε με γενναιότητα στις λίγες περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οθωμανικός στόλος προσπάθησε να δημιουργήσει αντιπερισπασμούς στους αμυνόμενους από την πλευρά τηςΠροποντίδας. Κατά την είσοδο των εισβολέων στην Κωνσταντινούπολη, σύμφωνα με τη χαρακτηριστική διατύπωση του Ράνσιμαν, «ο πρίγκιπας Ορχάν και οι Τούρκοι του συνέχισαν να μάχονται, γνωρίζοντας την τύχη που τους περίμενε εάν έπεφταν στα χέρια του σουλτάνου» (Η άλωση της Κωνσταντινούπολης, σελ. 211). 

Η άλωση όμως σφράγισε και τη δική του τύχη. Αν και όλες οι πηγές αναφέρουν ότι σκοτώθηκε, δεν συμφωνούν ως προς τον ακριβή τρόπο. Κατά τον Λαόνικο Χαλκοκονδύλη (βιβλίο Η΄), αυτοκτόνησε πηδώντας από έναν πύργο για να μη συλληφθεί, αφού προηγουμένως είχε μεταμφιεστεί σε καλόγερο. Κατά τον Κριτόβουλο (βιβλίο Α΄, κεφ. 64, παρ. 1-2), μεταμφιέστηκε σε απλό στρατιώτη και προσπάθησε να διαφύγει αξιοποιώντας την γνώση του των Τουρκικών, αλλά αναγνωρίστηκε και αυτοκτόνησε πηδώντας από το τείχος. Στη συνέχεια, οι Τούρκοι στρατιώτες έκοψαν το κεφάλι του και το μετέφεραν στον Μωάμεθ. Τέλος, κατά τον Δούκα (κεφ. XL, παρ. 4), ο οποίος βρέθηκε στην Κωνσταντινούπολη λίγο καιρό μετά την Άλωση και ενδεχομένως συνέλεξε προφορικές μαρτυρίες, προδόθηκε στον ναύαρχο Χαμζά μπέη από έναν αιχμάλωτο (με αντάλλαγμα τη δική του ελευθερία), ενώ είχε ήδη συλληφθεί προσπαθώντας να διαφύγει από τον πύργο «των Φράγκων» μεταμφιεσμένος σε καλόγερο. Στη συνέχεια, αποκεφαλίστηκε από εκείνον.
Με τον θάνατο του Ορχάν, ο Μωάμεθ αποκόμισε διπλό όφελος: όχι μόνο κατέκτησε τη «βασίλισσα των πόλεων» αλλά και απαλλάχθηκε από τον μοναδικό εν ζωή ανταπαιτητή του θρόνου του. Η σύντομη στρατιωτική σταδιοδρομία του μάλλον άγνωστου Οθωμανού πρίγκιπα, όμως, τον κατατάσσει στα πιο ενδιαφέροντα ιστορικά παράδοξα!

Βιβλιογραφία
-              Στήβεν Ράνσιμαν, Η άλωση της Κωνσταντινούπολης (μετάφραση: Νίκος Νικολούδης), Εκδόσεις Παπαδήμα, Αθήνα 2002.
-              Franz Babinger, Mehmed the Conqueror and his Time, Princeton University Press, 1978.
-              Τα κείμενα των Λαόνικου Χαλκοκονδύλη, Κριτόβουλου και Δούκα για την άλωση (σε νεοελληνική απόδοση των Νίκου Νικολούδη, Φάνη Καλαϊτζάκη και Παύλου Νιαβή, αντίστοιχα), με κοινό τίτλο Βυζαντίου Άλωσις, από τις Εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1997, 1999 και 2000, αντίστοιχα (το κείμενο του Χαλκοκονδύλη και σε δεύτερη έκδοση, από τις Εκδόσεις Αντώνη Σταμούλη, Θεσσαλονίκη, 2006)

Η κατάκτηση της Μεσσηνίας από τους Φράγκους (1205 μ.Χ.)

Η κατάκτηση της Μεσσηνίας από τους Φράγκους (1205 μ.Χ.)

Written By Ιωάννης Φιλίστωρ on 31 Μαΐου 2012 | 5/31/2012 01:16:00 μ.μ.



 γράφει ο Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Κεφαλόπουλοςιστορικός συγγραφέας (σε πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση στοhttp://www.istorikathemata.com/ )

Μετά την κατάληψη της Πόλης από Φράγκους σταυροφόρους το 1204 (γεγονός καθοριστικής σημασίας, ορόσημο για την μετέπειτα εξέλιξη του βυζαντινού κράτους, αφού έκτοτε θα περιέλθει σε δυσχερή θέση και δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπεράσει πλήρως τις συνέπειες της φραγκικής κατάκτησης), αρχίζει η περίοδος της Φραγκοκρατίας με την εγκαθίδρυση δουκάτων και πριγκιπάτων. Η Μεσσηνία, που μας ενδιαφέρει ειδικότερα, θα ενταχθεί στο πριγκιπάτο της Αχαϊας, υπό την κυριότητα των Βιλλεαρδουίνων, ωσότου μετά από μακρά διάρκεια και αρκετές προσπάθειες οι βυζαντινοί να κατορθώσουν να το διαλύσουν. Πολύτιμες πληροφορίες για την φραγκική κατάκτηση της Πελοποννήσου μας παρέχει το Χρονικό του Μορέως και η ιστορική αφήγηση του Βιλλεαρδουίνου , θείου του Γοδερφρίδου Βιλλεαρδουίνου ( Geoffroy Villehardouin)), του πρίγκηπος της Αχαϊας, ο οποίος είχε ακολουθήσει τους σταυροφόρους. Το Χρονικό του Μορέως υπάρχει σε τέσσερις παραλλαγές και γλώσσες, την Γαλλική , την Αραγωνική, την Ιταλική και την ελληνική. Η ελληνική παραλλαγή αποτελείται από 9.235 στίχους και πιθανότατα την έχει γράψει κάποιος γασμούλος, δηλ. γόνος μεικτής καταγωγής ( ο ένας γονέας του ήταν Φράγκος και ο άλλος γονέας ελληνικής καταγωγής). Είναι γραμμένο τον 14ο αι. σε χρόνο δηλ. που οι απόγονοι των πρώτων Φράγκων κατακτητών και οι μνήμες της κατάκτησης ήσαν ζωντανές. Οι βασικές αυτές πηγές είναι, παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις τους, γενικά αξιόπιστες.


Πριν προχωρήσουμε στο κυρίως θέμα, την φραγκική κατάκτηση της Μεσσηνίας, και την πρώτη περίοδο της Φραγκοκρατίας αυτής, σκόπιμο αλλά και χρήσιμο θα ήταν να εξετάσουμε με αυτονομία το ιστορικό πλαίσιο των γεγονότων που προηγήθηκαν της κατάκτησης του μεσσηνιακού χώρου. Όπως ήδη αναφέραμε, στις αρχές του 13ου αι. η Βυζαντινή αυτοκρατορία διέρχεται κρίση. Η επαρχία αισθάνεται παραμελημένη από το κέντρο, αφημένη στην απληστία και την αυθαιρεσία των τοπικών ισχυρών αρχόντων που δείχνουν τάσεις αυτονομήσεως από την κεντρική εξουσία. Μεγάλες αρχοντικές οικογένειες (π.χ. Μελισσηνοί, Καντακουζηνοί στην Πελοπόννησο) ενισχύονται κατορθώνοντας να αποκτήσουν δύναμη και επιρροή έναντι της πρωτεύουσας της αυτοκρατορίας. Η ύπαιθρος ερημώνεται και η οικονομική εξαθλίωση, συνέπεια της άγριας φορολογίας, πλήττει τις χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις (1).

 Οι Δυτικοί επιθυμούν την διάλυση της αυτοκρατορίας προσδοκώντας σε εμπορικά, εδαφικά και υλικά οφέλη, οπότε δεν μένουν ασυγκίνητοι οι σταυροφόροι της Δ' σταυροφορίας, όταν ο Αλέξιος Δ' Άγγελος, γιος του έκπτωτου αυτοκράτορα Ισαακίου Β', διεκδικώντας τον θρόνο από τον θείο του Αλέξιο Γ', ζητάει την βοήθειά τους. Οι σταυροφόροι πράγματι, ανταποκρινόμενοι στο κάλεσμα, καταλαμβάνουν την Πόλη και καταλύουν την βυζαντινή αυτοκρατορία. Τρία όμως ελληνικά κράτη σχηματίζονται τα οποία συνεχίζουν να κρατούν ελεύθερα κάποια τμήματα της αυτοκρατορίας ( Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, Αυτοκρατορία της Νικαίας, Δεσποτάτο της Ηπείρου). Σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως (γαλλική, αραγωνική, ελληνική παραλλαγή, στίχοι 1400κ.ε.), η κατάκτηση της Πελοποννήσου άρχισε από τον Γουλιέλμο Σαμπλίττη (De Champlitte), ο οποίος κατέκτησε πρώτα την Πάτρα, την περιοχή της Αχαϊας, την Ανδραβίδα, το Άργος και εν συνεχεία πολιόρκησε το Ναύπλιο και την Κόρινθο, όπου συνάντησε την ισχυρή αντίσταση των δυνάμεων του άρχοντα της περιοχής Λέοντος Σγουρού, που υπεράσπιζε αυτά τα φρούρια. Ο Γοδεφρίδος Βιλλεαρδουίνος, μαθαίνοντας ότι ο Σαμπλίττης βρισκόταν στο Ναύπλιο, κατευθύνθηκε από την ηπειρωτική Ελλάδα μαζί με στρατό και ιππότες για να συμπράξει.


Ο ιστορικός Γοδεφρίδος Βιλλεαρδουίνος(2) αναφέρει διαφορετική εκδοχή για τον ομώνυμο ανηψιό του. Μας παραδίδει την πληροφορία ότι ο Βιλλεαρδουίνος βρισκόταν στην Συρία όταν έμαθε για την κατάληψη της Κων/πολης (1204), και αποφάσισε με τα πλοία του να πλεύσει στην Πόλη. Όμως οι άνεμοι του στάθηκαν ενάντιοι και έτσι βρέθηκε στην Μεθώνη, όπου αναγκάσθηκε να μείνει εκεί για τον χειμώνα, μόνος με τον στρατό του σε έδαφος εχθρικό. Τότε, κάποιος Έλληνας τοπικός άρχοντας του πρότεινε να συνεργασθούν και με αυτόν τον τρόπο ο Βιλλεαρδουίνος απέκτησε κάποιο τοπικό στήριγμα. Ο Βιλλεαρδουίνος δεν αναφέρει το όνομα του Έλληνα άρχοντα, ωστόσο ο Σ.Λάμπρου υποθέτει κάποιον από τις οικογένειες των Μελισσηνών ή των Καντακουζηνών(3). Ο Longnon(4) εικάζει πως ήταν ο Ιωάννης Καντακουζηνός. Όποιος και να ήταν, θα πρέπει να ανήκε σε μία από τις δύο ισχυρές αρχοντικές οικογένειες της περιοχής, τους Μελισσηνούς ή τους Καντακουζηνούς. Αργότερα, όπως πάντοτε λέγει ο Βιλλεαρδουίνος (La Conquête, παρ. 325 κ.ε.), ο άρχοντας αυτός τον εγκατέλειψε, οι ντόπιοι εξεγέρθησαν και ο Γοδεφρίδος Βιλλεαρδουίνος ευρισκόμενος σε δυσχερή θέση, με μερικούς ιππότες του κατευθύνεται στο Ναύπλιο για να συναντήσει τους Φράγκους του Σαμπλίττη.

Όπως φαίνεται από την μαρτυρία του Βιλλεαρδουίνου, υπάρχει η διαφοροποίηση σε σχέση με την πληροφορία του Χρονικού του Μορέως, πως δηλ. η κατάκτηση της Πελοποννήσου ξεκίνησε από την Αχαϊα. Ο Βιλλεαρδουίνος σαφώς αναφέρει ότι η φράγκικη κατάκτηση άρχισε από την Μεσσηνία, την Μεθώνη, και από τον ομώνυμο ανηψιό του. Δεν έχουμε σοβαρούς λόγους να  αμφιβάλουμε  για την πληροφορία του, καθώς η ιστορική του αφήγηση είναι αξιόπιστη, σύγχρονη των γεγονότων και ακόμη είναι απίθανο να φαντασθούμε ότι σφάλλει για κάτι τόσο σημαντικό, όταν λάβουμε υπόψη μας ότι το πρωταγωνιστικό ιστορικό πρόσωπο ήταν συγγενής του και έτσι εύκολα θα μπορούσε να λάβει ασφαλή γνώση των γεγονότων ο συγγραφέας.
Στην συνέχεια ο Βιλλεαρδουίνος αναφέρει πως ο ανηψιός του πήγε στο Ναύπλιο να συναντήσει τον Σαμπλίττη, πληροφορία που συμφωνεί με το Χρονικό του Μορέως που ομιλεί για συνάντηση των δύο ανδρών στο Ναύπλιο. Σύμφωνα με το Χρονικό του Μορέως (στ. 1590-1602), ο Βιλλεαρδουίνος πρότεινε στον Σαμπλίττη να λύσει την πολιορκία και να βαδίσουν προς την Δυτική Πελοπόννησο, όπου το έδαφος είναι πεδινό και η κατάκτηση ευκολότερη. Η πρότασή του έγινε δεκτή και, αφού οι Φράγκοι μαζεύθηκαν στην Ανδραβίδα, κινήθηκαν προς την περιοχή των Σκορτών, όπου το κάστρο Αράχλοβο, που το κατέλαβαν παρ' όλη την σθεναρή αντίσταση του Δοξαπατρή Βουτσαρά. Την κατάληψη του Αραχλόβου από όλες τις παραλλαγές των Χρονικών, μόνον η Αραγωνική την αναφέρει(5) πριν από την διεξαγωγή της μάχης στους Καπησκιάνους. Στην συνέχεια, οι Φράγκοι εισέβαλαν στην Μεσσηνία.

Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΜΕΣΣΗΝΙΑΣ ΑΠΌ ΤΟΥΣ ΦΡΑΓΚΟΥΣ  
Πρώτος σταθμός στην πορεία τους το φρούριο της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας). Επειδή δεν υπήρχε λιμάνι κατάλληλο για να προσαράξουν τα πλοία των Φράγκων, αποφάσισαν να μην μείνουν. Γιατί, σύμφωνα με πρόταση του Βιλλεαρδουίνου (Χρονικό Μορέως στ. 1662-1670), οι Φράγκοι στην πορεία τους θα πέρναγαν από τα φρούρια εκείνα τα παραλιακά (Κορώνη, Μεθώνη, Καλαμάτα), που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τα λιμάνια τους, και με τα πλοία τους να αποκόψουν τον εφοδιασμό των υπερασπιστών των φρουρίων. Μερικοί μόνον στρατιώτες επιτέθηκαν σε ντόπιους που βρίσκονταν εκτός των τειχών. Οι υπόλοιποι πρόλαβαν να καταφύγουν στο φρούριο της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας, Χρονικό Μορέως στ. 1685-1689). Το Γαλλικό Χρονικό του Μορέως είναι το μόνο που μας δίδει την ενδιαφέρουσα πληροφορία πως στην συνέχεια οι Φράγκοι κατέλαβαν και την Πύλο (Port de Junch την ονομάζει το Chronique, παρ.110).

Σύμφωνα με τις άλλες παραλλαγές των Χρονικών, οι Φράγκοι μετά την Κυπαρισσία κατευθύνθηκαν προς την Μεθώνη (Μοθώνη αναφέρεται σε διάφορα χωρία, ενώ αλλού λ.χ. παρ. 329 την γράφει ως Mouton) και βρήκαν ''το κάστρον ήταν έρημον και όλον χαλασμένον''διότι το είχαν καταγράψει πρωτύτερα οι Βενετοί(7), καθώς είχε γίνει κέντρο Ελλήνων πειρατών που παρενοχλούσαν τα βενετσιάνικα πλοία (Χρονικό Μορέως στ. 1690-1694). Αλλά και ο Βιλλεαρδουίνος (La Conquête, παρ.329) αναφέρει για τα τείχη της
κάστρο Χλομουτσίου
Μεθώνης πως ήσαν γκρεμισμένα. Επόμενο φρούριο που συνάντησαν ήταν αυτό της Κορώνης, το οποίο, αν και''αχαμνό από τείχεα και πύργους'' προέβαλε αντίσταση. Οι Φράγκοι αναγκάσθηκαν να βάλλουν κατά του φρουρίου με τριμπουτσέτα ( είδος πολεμικής βλητικής μηχανής). Οι Κορωναίοι τότε παραδόθηκαν με τον όρο να γίνουν σεβαστά τα σπίτια τους, όρος που έγινε αποδεκτός. Ο Βιλλεαρδουίνος εγκατέστησε φράγκικη φρουρά και φρούραρχο (Χρονικό Μορέως στ. 1696-1710 και Chronique, παρ.111).

Την άλλη μέρα, κατευθύνθηκαν προς την Καλαμάτα, όπου βρήκαν φρούριο ανίσχυρο, ''ως μοναστήρι ήταν'', καθώς λέγει το Χρονικό, και το κατέλαβαν (Χρονικό Μορέως στ. 1711-1714, Chronique, παρ.113). Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι ο Βιλελαρδουίνος (LaConquête παρ.330) μαρτυρεί πως το κάστρο της Καλαμάτας ήταν ισχυρό και η πολιορκία του διήρκεσε. Αλλά μάλλον οφείλουμε να δεχθούμε πως ο Φράγκος ιστορικός σφάλλει, καθώς η Καλαμάτα βρίσκεται σε πεδινό, ανοιχτό μέρος, γεγονός που καθιστά το φρούριό της αρκετά ευκολοπρόσβλητο. Όταν οι Έλληνες έμαθαν το πόσο είχαν προχωρήσει οι Φράγκοι κατακτητές, αποφάσισαν να τους αντιμετωπίσουν. Μαζεύθηκαν λοιπόν   Έλληνες μαχητές από τις πόλεις Νικλί και Βελιγοστή (της Αρκαδίας), από την περιοχή της Λακεδαίμονος και τα χωριά του Λάκκου της Μεσσηνίας, καθώς και Σλάβοι Μηλιγκοί από τον Ταϋγετο, σύνολο 4.000 πεζοί και ιππείς, και στρατοπέδευσαν  στον Χρυσορέα (Χρονικό Μορέως στ. 1715-1725). 

Αλλά και οι Φράγκοι, όταν πληροφορήθηκαν την συνάθροιση των Ελλήνων μαχητών στον Χρυσορέα, κινήθηκαν προς το ίδιο μέρος ''και πόλεμον εδώκασιν οι Φράγκοι και οι Ρωμαίοι'' (Χρονικό Μορέως στ. 1729). Η μάχη δόθηκε όχι στον Χρυσορέα, αλλά στην θέση Καπησκιάνους, στον ''Κούντουρα ελαιώνα'' όπως αλλιώς την ονομάζει το Χρονικό του Μορέως, καθώς οι Φράγκοι πέτυχαν να παρασύρουν τους Έλληνες σε ανοιχτό πεδίο ( στο ''Κούντουρα ελαιώνα'') και να τους νικήσουν κατά κράτος, φονεύοντας αρκετούς αντιπάλους τους. Οι Φράγκοι αριθμούσαν στην μάχη μόνο 700 μαχητές(8). Και ο Βιλλεαρδουίνος επίσης μνημονεύει την μάχη. Οι αριθμοί που αναφέρει για τις δύο αντίπαλες δυνάμεις, αν και διαφέρουν από τους αντίστοιχους αναφερόμενους στο Χρονικό, βρίσκονται στα ίδια περίπου επίπεδα (το Χρονικό δίνει 4.000 Έλληνες και 700 Φράγκους, ο Βιλλεαρδουίνος παραδίδει 5.000 για τους Έλληνες και 500 για τους
μεσιωνικό Κάστρο της Μεθώνης σήμερα
Φράγκους). Σύμφωνα με την αφήγηση του Βιλλεαρδουίνου (La Conquêteπαρ.328 κ.ε.) οι Φράγκοι, ξεκινώντας από την Μεθώνη, προχώρησαν σε απόσταση μιας ημέρας με τα άλογα, συναντήθηκαν με τους Έλληνες, τους οποίους και νίκησαν θριαμβευτικά. Ο Βιλλεαρδουίνος μας παρέχει και την πληροφορία ότι αρχηγός των Έλλήνων ήταν κάποιος Μιχάλης (Michalis, ό.π. παρ. 301). Είναι η μόνη πηγή που διασώζει το όνομα του αρχηγού των Ελλήνων. Πέραν του ονόματος αυτού (Michalis) περισσότερα συμπαγή στοιχεία που να μας οδηγήσουν με βεβαιότητα στην αναγνώριση κάποιου ιστορικού προσώπου και την ταύτισή του με τον Μιχάλη, αρχηγό των Ελλήνων στην μάχη του ''Κούντουρα ελαιώνα'', δεν παρέχονται. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα να υποθέσουμε κάποιον. Ωστόσο, δεν μπορούμε να καταλήξουμε με βεβαιότητα βασιζόμενοι σε έναν υποθετικό συλλογισμό.

Άλλο προβληματικό στοιχείο είναι ο χωρογραφικός εντοπισμός του πεδίου της μάχης.Έχουν προταθεί διάφορες θέσεις, ακόμη και εκτός της Μεσσηνίας. Το στοιχείο του Βιλλεαρδουίνου ότι οι Φράγκοι από την Μεθώνη ως την τοποθεσία της μάχης διήνυσαν απόσταση μιας ημέρας έφιπποι, αρκεί για να αποκλείσει τις εκτός μεσσηνιακού χώρου προταθείσες θέσεις. Μερικοί ερευνητές(9) παρασύρθηκαν ίσως από την Ιταλική παραλλαγή του Χρονικού και διατύπωσαν την γνώμη ότι η μάχη έγινε στο ακρωτήριο Σκιένο [ CapoSchieno στο Ιταλικό Χρονικό, Καπησκιάνοι (;)], όμως δεν μπόρεσαν να εντοπίσουν τέτοιο ακρωτήριο.
Αξιοπρόσεκτη είναι η θέση που προτείνει ο Μουνδρέας. Ξεκινώντας με δεδομένη την θέση στρατοπέδευσης των Ελλήνων στον Χρυσορέα (Χρονικό Μορέως στ.1719) υποστηρίζει πως το τοπωνύμιο Χρυσορέας δηλώνει ποταμό χρυσοφόρο, που κατεβάζει ψήγματα χρυσού στην ροή του. Ταυτίζει λοιπόν τον Χρυσορέα με τον σημερινό Ξερίλα ποταμό, που χύνεται στον Πάμισο [βλ. Μουνδρέα, ''Τοπωνυμικά της Μεσσηνίας (στην εποχή της Φραγκοκρατίας), στα ''Πρακτικά του Α' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών'', Σπάρτη 1975, τ.Β', σελ. 184-185]. 

Όποιο όμως και αν ήταν το πεδίο της μάχης (πάντως μέσα στον μεσσηνιακό χώρο), το αποτέλεσμά της υπήρξε αποφασιστικό. Με αυτήν την μόνη μάχη σε ανοιχτό πεδίο, στους Καπησκιάνους, εδραιώθηκε οριστικά η φραγκική κυριαρχία στην Μεσσηνία (1205). Για να ολοκληρωθεί η κατάκτηση όμως, απέμεινε να κυριευθούν τα φρούρια του Αραχλόβου και της Αρκαδίας (Κυπαρισσίας). Έτσι, μετά το νικηφόρο αποτέλεσμα στους Καπησκιάνους, όμως μας πληροφορεί το Χρονικό του Μορέως, ο Γοδεφρίδος Βιλλεαρδουίνος συμβούλευσε τον Σαμπλίττη να καταλάβουν το Αράχλοβο (όπως και έγινε, Χρονικό Μορέως στ.1756-1765).(10). Το φρούριο της Αρκαδίας πολιορκήθηκε μεν, αλλά προέβαλε ισχυρή αντίσταση, διότι ήταν καλά οχυρωμένο και είχε πύργο από την κλασσική περίοδο, από την ''εποχή των Ελλήνων'', όπως χαρακτηριστικά γράφει το Χρονικό. Οι Φράγκοι αναγκα΄σθηκαν να χρησιμοποιήσουν ''τριπουτσέτα'' και ''τζογρατάρους''. Οι Αρκαδινοί τελικά παρέδωσαν το φρούριο με τον όρο να γίνουν σεβαστά τα σπίτια, οι ζωές και οι περιουσίες τους (Χρονικό Μορέως στ.1765-1790, Γαλλικό Χρονικό παρ.115). Το 1205 η Μεσσηνία βρίσκεται υπό φραγκική κυριαρχία, όπως άλλωστε και το πιο μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, αν εξαιρέσουμε ορισμένες περιοχές λ.χ. την Μονεμβασιά, το Ναύπλιο και την Κόρινθο.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1).Την κατάσταση περιγράφει ο Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης, Ιεράρχης στην Αθήνα ψέγοντας μάλιστα τους άρχοντες (βλ. Μιχαήλ Ακομινάτου Χωνιάτου, Τα σωζόμενα,  Σ. Λάμπρου, τ.Α', Β', Αθήναι 1979-1980 (φωτοαντιγρ. Έκδ. 1968).
(2).La Conquête de Constantinople, παραγρ. 325 κ.ε.
(3).Σ. Λάμπρου, Ιστορία Ελλάδος, τ. ΣΤ', σελ. 204, Αθήνα 1908.
(4).Longnon, L' Empire latine de Constantinople et la Principautè de la Morèe, σελ. 72, Paris 1966.
(5)Morel-Fatio, Libro.,παραγρ. 110-111. Το Χρονικό του Μορέως αναφέρει ότι το Αράχλοβο κυριεύθηκε αφ' ότου είχαν νικήσει οι Φράγκοι στην μάχη των Καπησκιάνων.
(6).Βέβαια, έχει ήδη αναφερθεί πως για ένα διάστημα σύντομο η Μεσσηνία είχε κατακτηθεί από τον Γοδεφρίδο Βιλλεαρδουίνο (βλ. την πληροφορία του VilleardouinLa Conquête, παρ. 325). Επειδή όμως ο Βιλλεαρδουίνος (ο ιστορικός) δεν αναφέρεται εκτενώς στα γεγονότα της κατάκτησης (αναφέρεται εκτενέστερα στο κυριότερο γεγονός, την μάχη στους Καπησκιάνους), είμαστε υποχρεωμένοι να ακολουθήσουμε την περιγραφή των Χρονικών του Μορέως. 
(7)Οι Βενετοί το 1125 είχαν καταστρέψει την Μεθώνη και την Κορώνη. Μίλλερ,  Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι, τ.Α', σελ. 411 (μτφρ. Σ.Λάμπρου), Αθήναι 1910.
(8)Η περιγραφή της μάχης στους Καπησκιάνους στο Χρονικό του Μορέως στ.1725-1739).
(9)Σ.Λάμπρου, Ιστορία της Ελλάδος, τ.ΣΤ', σελ. 204, Αθήναι 1908. Ακόμη, ο Χέρτβεργκ έχει την ίδια άποψη στην Ιστορία της Ελλάδος, τ.Β', σελ. 1906 σε μετάφραση Π.Καρολίδου, Αθήναι 1906.
(10)Σε προηγούμενο σημείο είδαμε ότι το Αραγωνικό Χρονικό, παρ.110-111 τοποθετεί την άλωση του Αραχλόβου πριν από την μάχη στους Καπησκιάνους.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΗΓΩΝ ΚΑΙ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Α. ΠΗΓΕΣ.

1)Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτου τα σωζόμενα, εκδ. Σ.Λάμπρου, τ.Α',Β', Αθήναι 1879-1880.
2)Ιννοκεντίου Γ', Πάπα Ρώμης Epistolae, βιβλίο XIII, MignePatrologia Latina, τόμοι CCXIV-CCXVII.
3)Longnon, Livre de la Conquête de la princèe de l' Amorèe, Chronique de Morèe, Paris 1911.
4)A.Morel Fatio, Libro de los fechos et conquistas de principado de la Morea, Geneva 1895.
5)SchmittThe Cronicle of Morea (Το Χρονικό του Μορέως), επανεκδ. Της αρχικής του 1904.
6)Villeardouin, La conquête de Constantinople, ed. E.Faral, Paris 1961.

Β. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1)Μ.Κορδώση, Η κατάκτηση της νότιας Ελλάδας από τους Φράγκους, Ιστορικά και τοπογραφικά προβλήματα, θεσσαλονίκη 1986.
2)Σ. Λάμπρου, Ιστορία της Ελλάδος, από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, τ.ΣΤ', Αθήνα 1908.
3)Longnon, L' Empire latin de Constantinople et la principaute de la Morèe, Paris 1966.
4)Μίλλερ, Ιστορία της Φραγκοκρατίας εν Ελλάδι, τ.Α' (μτφρ. Σ.Λάμπρου), Αθήναι 1910.
5)Μουνδρέα, Τοπωνυμικά της Μεσσηνίας (στην εποχή της Φραγκοκρατίας), Πρακτικά Α' Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Σπάρτη 1975.
6)Ι.Σφηκόπουλος, Τα μεσαιωνικά κάστρα του Μορηά, Αθήναι 1968.
7)Φρ.Χέρτσμεργκ, Ιστορία της Ελλάδος από της λήξεως του αρχαίου βίου μέχρι σήμερα(μτφρ.Π.Καρολίδου), τ.Α'.Β', Αθήναι 1906.
8)Hopf, Chroniques Greco-romanes, Berlin 1873.